2010 – Πέγκυ Κουνενάκη

Αφίσα Νυν και ΑείΧρώματα και Αισθήματα

Εικόνες πραγματικές, τοπία με δέντρα να κυριαρχούν, σπίτια σε κάποια άλλα συμπληρώνουν συνθέσεις, νύξεις ανθρώπινης παρουσίας, ποδήλατα και χαρταετοί, θάλασσες και καραβάκια, είναι μόνο μερικά σπαράγματα μνήμης της ζωγράφου Ζάννας, που μεταφερμένα στον καμβά καθορίζουν την καινούρια δουλειά της. Μέσα από υπαινικτικά σχήματα και έντονα χρώματα καταγράφονται στιγμές και καταστάσεις γεμάτες ένταση και λυρισμό, σε έργα που αποτελούν μια πραγματική κατάθεση ευαισθησίας και προτροπή διαφυγής σ’ έναν ονειρικό κόσμο, στον οποίο, η ψυχική ανάταση και η χαρά της ζωής αποτελούν βασικά ζητούμενα. Τα έργα της είναι εμπνευσμένα από τα δάση και τα τοπία του Πηλίου. Εκεί όπου η ζωγράφος βρίσκει διαφυγή, έμπνευση και συγκέντρωση, αφού πολλοί από τους πίνακες της έχουν γίνει επιτόπου, ενώ στους υπόλοιπους, όσοι έγιναν στο ατελιέ της εμπεριέχονται μνήμες ξεχωριστών στιγμών που η ίδια βίωσε κοντά στη φύση. Τις σκέψεις, τον στοχασμό και τα συναισθήματα της από το συγκεκριμένο περιβάλλον μεταφέρει στα έργα της, τα οποία, αν και με την πρώτη ματιά ξαφνιάζουν με την πολυχρωμία τους τον θεατή, υποδηλώνουν, ωστόσο, μια ενδότερη αναζήτηση και μια αναφορά σ’ έναν διαφορετικό κόσμο, υλικό και ψυχικό, που οι περισσότεροι κάτοικοι των μεγαλουπόλεων έχουν σχεδόν απωλέσει.

Η Ζάννα, αν και προέρχεται από τον χώρο των γραφικών τεχνών, το σύνολο της μέχρι σήμερα δουλειάς της εμπεριέχει τον δυναμισμό μιας νέας καλλιτέχνιδας, η οποία, έχει ήδη αρχίσει να διαγράφει έναν δημιουργικό κύκλο, που κάθε ενότητά του περιλαμβάνει το στοιχείο της έκπληξης και της ερευνητικής πορείας στην τέχνη της ζωγραφικής. Άλλο χωράφι γι’ αυτήν η ζωγραφική κι άλλο η γραφιστική. Κατορθώνει να συνδυάζει το επάγγελμα με το πάθος, χωρίς να προδίδει κανένα από τα δύο. Άλλωστε, αυτό που χαρακτηρίζει τη ζωγραφική της, εκτός από την άρτια σύνθεση, είναι το δημιουργικό πάντρεμα διαφορετικών τάσεων και τεχνικών του 20ου αιώνα, η ρήξη με συμβατικούς κανόνες, είτε αυτοί έχουν να κάνουν με το σχέδιο είτε με την τεχνική, ή ακόμη και με τη χρήση του χρώματος.

Ξεκίνησε να εκθέτει το 2005, συμμετέχοντας αρχικά σε ομαδικές εκθέσεις, για να επεκταθεί σε ατομικές, στον

Πολυχώρο του Βιβλιοπωλείου Ιανός, στο Ελληνικό Κέντρο του Λονδίνου, στο Ζάππειο Μέγαρο, στο Πολιτιστικό Κέντρο Σαρωνίδας, ενώ την πρόσφατη δουλειά της εκθέτει στο Καρύδειο Πολιτιστικό Κέντρο Φιλοθέης. Τα πρώτα έργα της εντάσσονται στην παραστατική ζωγραφική. Αρχικά ζωγραφίζει αντικείμενα στον χώρο, επιδιώκοντας να δώσει τη δική της οπτική στην πραγματικότητα. Αργότερα, εμπνευσμένη από την ποίηση δημιουργεί τοπία όπου εμπεριέχονται γυναικείες φιγούρες, σε στάση αναμονής ή ενατένησης, οι οποίες έχουν στραμμένο το πρόσωπο προς το άπειρο. Ο θεατής σημειώνει την παρουσία αλλά ταυτόχρονα και την απουσία τους. Για την ενότητα αυτή έργων χρησιμοποιεί το άσπρο και το μαύρο χρώμα, ακριβώς για να τονίσει τη συγκεκριμένη έννοια παρουσία/απουσία, την οποία επεξεργάζεται με ενδιαφέροντα και πρωτότυπο τρόπο. Επιχειρεί να ισορροπήσει το σχέδιο με το μήνυμα, τη γραφή με την έννοια, την εικόνα με το περιεχόμενό της.

Ο χώρος του Ζαππείου θα την απασχολήσει στη συνέχεια. Η μεγαλοπρέπεια του χθες αντιπαρατίθεται στην άναρχη και παραμελημένη φυτική βλάστηση του σήμερα. Η ενασχόληση όμως με το φυσικό περιβάλλον του Ζαππείου θα την οδηγήσει έξω από την πόλη. Θα αναζητήσει τη θεματολογία της στα δάση και τα τοπία του Πηλίου, όπου θα δουλέψει τα περισσότερα έργα της στον φυσικό χώρο, γεγονός που της επιτρέπει να εμβαθύνει στο θέμα της, να πλησιάσει την άγρια φύση, να γνωρίσει και να καταγράψει τα μυστικά της. Η βαθειά γνώση της ως προς τη σύνθεση και τις τεχνικές, θα αποτυπωθεί στον καμβά μ’ έναν σύνθετο τρόπο. Το όποιο εξπρεσιονιστικό στοιχείο διακρίνεται στη ζωγραφική της, συνυπάρχει με κάποιες, ελάχιστες όμως, νατουραλιστικές νύξεις. Το αψεγάδιαστο σχέδιο της συνδυάζεται με έντονα χρώματα, όπως το έντονο ή το απαλό κόκκινο, το παιδικό ροζ, το πορτοκαλί, το μπλε, το μωβ, το κίτρινο, ένα ξεχωριστό πράσινο με τιρκουάζ αποχρώσεις. Χρώματα επιλεγμένα ειδικά γι’ αυτή την ενότητα δουλειάς, εκφράζουν τα συναισθήματα που της προκαλεί η θεματολογία της, ό,τι η ίδια βιώνει και αισθάνεται, καθώς βρίσκεται και ζωγραφίζει μέσα στο δάσος. Μεταπλάθει με ξεχωριστό τρόπο την ένταση αλλά και την ηρεμία του χώρου.

Επιπλέον, όποιο συμβάν την έχει απασχολήσει εγκεφαλικά, μεταφέρεται στον καμβά με απαλές ή έντονες πινελιές, μ’ έναν καθαρά συναισθηματικό τρόπο. Τα χρώματά της άλλοτε μπερδεύονται κι άλλοτε δουλεύονται ένα ένα ξεχωριστά, οι τονικές διαβαθμίσεις τους αποδείχνουν τη μελέτη της ως προς το φως. Έτσι, ο θεατής, αφενός μπορεί να διακρίνει τον έλεγχο που ασκεί στα εκφραστικά μέσα της μια παραδοσιακή ζωγράφος και αφετέρου να διαπιστώσει τη χειρονομιακή ελευθερία που επιβάλλει η εξπρεσιονιστική της τάση και διάθεση. Το αποτέλεσμα αυτών των αντιφατικών εκ πρώτης όψεως παρορμήσεων, καθώς μεταφέρεται στον καμβά αποκτά πολυπλοκότητα. Με τις τεχνικές που ανασύρει συνειδητά ή υποσυνείδητα η Ζάννα, επιβεβαιώνει  την περίφημη θέση της Αμερικανίδας ζωγράφου Hellen Frankenthaler: «Ο μόνος κανόνας που ισχύει, είναι αυτός που καταργεί τους κανόνες». Αυτό αποτελεί, άλλωστε, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της δουλειάς της. Δεν ακολουθεί κανόνες, αντίθετα, όσοι αφορούν τη δουλειά της ενσωματώνονται στη διάρκεια της δημιουργικής διαδικασίας, προτάσσοντας έτσι ένα ξεχωριστό, σύνθετο και ενδιαφέρον αποτέλεσμα.

Στα τωρινά τοπία της εκτός από τα δέντρα που αποτελούν και το βασικό στοιχείο, διακρίνονται κάποια σπίτια ή μερικές ανθρώπινες φιγούρες, δοσμένες με εξαιρετικά αφαιρετικό τρόπο. Ο άνθρωπος και οι δραστηριότητες του υπονοούνται. Η Ζάννα έχει τη δική της εξήγηση: «Ο άνθρωπος υπονοείται, γιατί, ουσιαστικά, αυτό που βλέπουμε είναι μόνο η ψυχή του. Οι χαρταετοί είναι οι σκέψεις και τα όνειρά του. Κι εκείνος μοιάζει να έχει βγει από το σώμα του για να δει κατάματα την αλήθεια, χωρίς συναισθηματισμούς ή παρεκκλίσεις. Κρίνει και κρίνεται. Σπουδαίο πράγμα να είμαστε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε… Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν σε αρμονία με τον εαυτό τους. Νομίζω, ότι μόνο κοντά στη φύση μπορεί κανείς να βρει τις απαντήσεις που αναζητά…». Την όποια υπέρβαση ζητά από τον θεατή των έργων της, η ίδια την πραγματοποιεί μέσα από τη δουλειά της.

Αυτό όμως που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον στο έργο της Ζάννας, είναι, ότι, από την παραστατική ζωγραφική περνάει σε μια λελογισμένη αφαίρεση, όπως και σε μια σχεδόν ελεγχόμενη εξπρεσιονιστική γραφή. Έχει ήδη ειπωθεί ότι τα έντονα χρώματα χαρακτηρίζουν την τωρινή δουλειά της. Συχνά πυκνά, βλέπουμε τα δέντρα της να είναι πλασμένα χωρίς κανένα αναπαραστατικό στοιχείο, αλλά και με παράταιρα από το φυσικό τους χρώματα.  Αυτό την φέρνει πιο κοντά στους Γάλλους φωβιστές, αν σκεφτούμε τη χαρακτηριστική φράση του Πωλ Γκογκέν: «Αν ένας καλλιτέχνης φαντάζεται τα φύλλα των δέντρων κίτρινα, ας τα ζωγραφίσει μ’ αυτόν τον τρόπο». Αυτό, έως ένα βαθμό, ακολουθεί και η Ζάννα. Έτσι, το χρώμα στα έργα της αποτελεί τη βάση μιας ζωηρής και χαρούμενης έκρηξης, συνθέτει, θάλεγε, κανείς μία τέχνη συνώνυμη της νεότητας και της χαράς. Μοιάζει σαν να μεταφέρει ένα τεράστιο φορτίο αισθήσεων και συναισθημάτων, τα οποία, τελικά, υλοποιεί μόνο με χρώμα.

Η φρεσκάδα της ζωγραφικής της, έγκειται, στην τολμηρότητα να συνταιριάζει όλες τις προηγούμενες εικαστικές εμπειρίες, στη δύναμη της να έρθει σε ρήξη με οτιδήποτε την περιορίζει από την ανανέωση της όποιας παρόρμησης. Χρώματα, πολλά χρώματα, ταυτόχρονη μίξη αλλά και διαχωρισμός τους, ώστε η μορφή να μην αποτελεί ζητούμενο. Η χρωματική πανδαισία κυριαρχεί πλέον ως φόρμα. Η ζωγραφική της αποκτά ένα ξεκάθαρο χαρακτήρα και θα μπορούσε να πει κανείς ότι λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Πρόκειται, τελικά, για μια ζωγραφική έμπλεη παράφορων συναισθημάτων, που εκφράζει την ευτυχία μιας ύπαρξης η οποία αρνείται τη σύμβαση, δεν ακολουθεί τετριμμένους ζωγραφικούς κανόνες, υπακούει μόνο στους ενστικτώδεις της αρμονίας και των χρωμάτων.

Η Ζάννα μέσα από το έργο της δεν κάνει τίποτε άλλο από το να εκφράζει τον εαυτό της. Τις σκέψεις, τους στοχασμούς, τα πιστεύω, τα θέλω της. Επιδιώκει να προκαλέσει βαθύτερα συναισθήματα στον θεατή, να τον εισάγει στον δικό της κόσμο, ο οποίος, χωρίς να εμπεριέχει στοιχεία μιας πιστής αναπαραστατικής πραγματικότητας, δύναται να τον οδηγήσει σε μονοπάτια όπου η μνήμη, οι αισθήσεις και οι ψυχικές εντάσεις έχουν τον πρώτο και κύριο λόγο. Η ζωγράφος, θέλει να ορθώσει το ανάστημα και την αντίστασή της- και το κατορθώνει σε μεγάλο βαθμό- μπροστά σε μια πραγματικότητα απ’ την οποία πολλοί θάθελαν να αποδράσουν. Με την τέχνη ως όχημα, επιχειρεί την υπέρβαση από το πεζό και οριοθετημένο σήμερα, το οποίο, δεν φαίνεται καθόλου να της ταιριάζει.

Πέγκυ Κουνενάκη
Αύγουστος 2010

Visit Us On FacebookVisit Us On YoutubeVisit Us On Google Plus