Κάτι όμορφα ταξίδια που μας πάει η ζωή… πόσο ωραία υφαίνει τους δρόμους μας… και βρισκόμαστε, έτσι, απλά…
Έτσι απλά;… ή για κάποιο λόγο… αφού τίποτε δεν είναι τυχαίο…
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα νυχτερινό “ταξίδι”, σ’ ένα χώρο πλημμυρισμένο μουσική, η Όλγα, που γράφει κάτι ανάμεσα σε στίχο και ποίημα γνώρισε το Μιχάλη, που γράφει μουσικές και στίχους και τραγουδάει και παίζει έγχορδα… και που, όταν μιλάει, είναι λες και ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια της, οι αιώνες…
Μια μέρα, του έδειξε τα γραφούμενά της… και του άρεσαν… είπε πως του γεννούσαν μέσα του, σχεδόν αυτόματα, μουσικές… πως το μυαλό του γέμιζε εικόνες… κι αυτή του τάδωσε… να τα κάνει τραγούδια…
Πολύ αργότερα, σ’ ένα άλλο “ταξίδι”, μέρα μεσημέρι, η Όλγα έδειξε δυο-τρία ποιήματα στη Ζάννα, που είναι ζωγράφος… κι αυτή έτσι που τάχε αντίκρυ της, στο ατελιέ της, άρχισε να τα ζωγραφίζει, γιατί είπε, οι εικόνες μέσα της ξεχείλιζαν… ζητούσαν χώρο… να αποτυπωθούν.
Λέξεις… ήχοι… εικόνες… το ένα μέσα από το άλλο, παιδιά του νου και της ψυχής, αγαπημένα και πολύτιμα γι’ αυτούς που τα “γεννούν” και τα φέρνουν στο φώς… για να ακολουθήσουν τη μοίρα τους μέσα στο νου και την ψυχή άλλων…
Η Όλγα, ο Μιχάλης, η Ζάννα… μαζί κι οι τρεις, ανάμεσα στους φίλους μας, τους δικούς μας, τους γνωστούς μας, τους άγνωστούς μας… θελήσαμε να παρουσιάσουμε το τρίπτυχό μας… έτσι… για μοιρατό, που λένε και στην Κρήτη…
